κολλητικός


κολλητικός
[коллитикос] επ. заразный, заразительный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κολλητικός" в других словарях:

  • κολλητικός, -ή — και ιά, ό 1. αυτός που έχει την ιδιότητα να κολλάει, συγκολλητικός. 2. μολυσματικός, μεταδοτικός: Ο κοκίτης είναι κολλητική ασθένεια της παιδικής ηλικίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κολλητικός — glutinous masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολλητικός — ή, ό (AM κολλητικός, ή, όν, Α δωρ. τ. κολλατικός, ή, όν) [κολλητός] αυτός που χρησιμεύει για κόλληση, αυτός που έχει την ιδιότητα να κολλά νεοελλ. 1. (για συνήθειες) αυτός που μεταδίδεται εύκολα 2. το ουδ. ως ουσ. το κολλητικό η κολλώδης ουσία… …   Dictionary of Greek

  • κολλητικά — κολλητικός glutinous neut nom/voc/acc pl κολλητικά̱ , κολλητικός glutinous fem nom/voc/acc dual κολλητικά̱ , κολλητικός glutinous fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολλητικώτερον — κολλητικός glutinous adverbial comp κολλητικός glutinous masc acc comp sg κολλητικός glutinous neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολλητικῶν — κολλητικός glutinous fem gen pl κολλητικός glutinous masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολλητικόν — κολλητικός glutinous masc acc sg κολλητικός glutinous neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολλητικαῖς — κολλητικός glutinous fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολλητικαί — κολλητικός glutinous fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολλητικοῖς — κολλητικός glutinous masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)